Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2007

Τι τραβάνε κι αυτοί οι γκολκίπερ...

«Πώπω, γουστάρω να βλέπω κασκόλ, να βλέπω σημαίες, να μπαίνουνε γκολ…» Είναι ένας στίχος από «Το ματς», ένα τα πιο γνωστά και δημοφιλή τραγούδια του Λουκιανού Κηλαϊδόνη. Και σε ποιόν ποδοσφαιρόφιλο δεν αρέσει να βλέπει πολλά γκολ. Το γκολ είναι η πεμπτουσία του ποδοσφαίρου. Όταν όλοι είναι κρεμασμένοι από μια τηλεόραση και τρώνε τα νύχια τους από την αγωνία, αυτό που όλοι περιμένουν είναι η στιγμή που η μπάλα θα καταλήξει στο πλεκτό. Τότε είναι που θα σηκωθούν όλοι σαν ελατήρια για να πανηγυρίσουν, να φωνάξουν, να βγάλουν από μέσα τους όλη εκείνη την ενέργεια που κρατούσαν φυλακισμένη και που περίμενε ένα δυνατό σουτ ή μια καλή κεφαλιά για ν’ απελευθερωθεί. Κι εγώ άλλωστε, που δεν παθιάζομαι τόσο με το ποδόσφαιρο όσο με το μπάσκετ, ακόμα θυμάμαι την κραυγή που βγήκε από τα πνευμόνια μου όταν ο Δέλλας έστελνε την εθνική μας ομάδα στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος της Πορτογαλίας και τους Τσέχους στα σπίτια τους. Αυτό πραγματικά δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Όχι, το γκολ είναι μια μεγάλη απόλαυση. Είναι, όμως, απόλαυση μονάχα για εκείνον που το πετυχαίνει. Και για τους φίλους της ομάδας που σκοράρει βέβαια. Γιατί για τους αντιπάλους, και κυρίως για τον τερματοφύλακα που το δέχεται, είναι ό,τι χειρότερο. Τη συμπάθειά μου, άλλωστε, στο ποδόσφαιρο, πάντοτε την κέρδιζαν οι τερματοφύλακες.
Έβλεπα, λοιπόν, κι εγώ χτες την εθνική Ελλάδας να φιλοδωρεί με πέντε γκολ τη Μάλτα στο λασπωμένο τερέν του Ολυμπιακού Σταδίου και σκεφτόμουνα πώς να νιώθει άραγε τώρα ο άτυχος μαλτέζος τερματοφύλακας. Ίσως παίζοντας κάτω από τα δοκάρια της Μάλτας να έχει συνηθίσει ο καημένος στις μεγάλες σε έκταση ήττες, να είναι τόσες πολλές οι φορές που έχει μαζέψει τη μπάλα από τα δίχτυα του, που να έχει πια αποκτήσει ένα είδος ανοσίας στο γκολ. Να δέχεται, δηλαδή, το πέμπτο ή το έκτο τέρμα και έπειτα απλά να μαζεύει τη μπάλα με μηχανικές κινήσεις από τα δίχτυα και να συνεχίζει το παιχνίδι με τους συμπατριώτες του στη σέντρα. Και ίσως, πράγματι, να είναι κάπως έτσι. Έτυχε, όμως, μετά το τρίτο ή το τέταρτο γκολ της εθνικής μας, να προσέξω την έκφραση που είχε ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του ο μαλτέζος τερματοφύλακας, όταν έδινε την μπάλα στους συμπαίκτες του. Η προσωποποίηση της απογοήτευσης. Δεν ξέρω καν το όνομα αυτού του χριστιανού, όμως τον λυπήθηκα όταν τον έδειξαν έτσι οι κάμερες. Στα περισσότερα μάλιστα γκολ που δέχθηκε, δεν έφερε ιδιαίτερη ευθύνη. Όταν η άμυνα, άλλωστε, μπροστά του είναι διάτρητη σαν ελβετικό τυρί, τί να σου κάνει κι ο καψερός ο τερματοφύλακας. Δυστυχώς, όμως, εκείνος έχει μετά το άχαρο έργο να μπαίνει στο τέρμα για να μαζέψει τη μπάλα. Κι εκείνος είναι που θα δει την επόμενη μέρα στην εφημερίδα πως «δέχτηκε άλλα πέντε γκολ». Κι ας έχει σώσει άλλα πέντε με τις αποκρούσεις του. Είναι και άχαρη βλέπεις η δουλειά του τερματοφύλακα. Γιατί δουλεύει στις προπονήσεις το ίδιο σκληρά με τους συμπαίκτες του, κι όμως στον αγώνα παίζει ουσιαστικά ελάχιστα. Κι αν κάποιες φορές καταφέρνει να γίνει ήρωας με κάποιες επεμβάσεις, τις περισσότερες φορές είναι εκείνος το εξιλαστήριο θύμα, γιατί όταν χρειάστηκε να επέμβει δεν τα κατάφερε. Όπως καλή ώρα ο μαλτέζος τερματοφύλακας. Γι’ αυτό σας λέω. Αν και μας αρέσει να βλέπουμε βροχή τα γκολ, εγώ σκέπτομαι και τον καημένο τον τερματοφύλακα που άλλη δουλειά δε κάνει, παρά να βλέπει τη μπάλα συνεχώς στα δίχτυα του. Γι’ αυτό και από σήμερα τους συμπαθώ κάπως περισσότερο· και τους μαλτέζους και τους τερματοφύλακες...

Δεν υπάρχουν σχόλια: